Υπάρχει μία ερώτηση που κάθε γονιός που δουλεύει τον Αύγουστο μαθαίνει να φοβάται.
Δεν είναι «μαμά, πού είναι το μαγιό μου;».
Δεν είναι «μπορώ να φάω παγωτό για πρωινό;».
Δεν είναι καν το ανατριχιαστικό «βαριέμαι», που συνήθως σημαίνει ότι σε περίπου επτά λεπτά θα έχει συμβεί κάτι που απαιτεί καθάρισμα.
Είναι:
«Μαμά, τι θα κάνουμε σήμερα;»
Και η απάντηση που μου έρχεται πρώτη στο μυαλό είναι συνήθως:
«Εγώ; Θα δουλέψω.»
Δεν είναι, βέβαια, η απάντηση που θέλει να ακούσει ένα παιδί μέσα στον Αύγουστο.
Για εκείνη είναι καλοκαίρι. Είναι διακοπές. Είναι θάλασσα, παγωτά, βόλτες, ξενύχτι λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε και η βαθιά πεποίθηση ότι κάθε καινούργια μέρα πρέπει κάπως να περιλαμβάνει δραστηριότητα.
Για μένα είναι… Τρίτη.
Με emails.
Όταν το παιδί έχει διακοπές αλλά η μαμά όχι
Δουλεύω όλο τον Αύγουστο.
Το έγραψα και την προηγούμενη Κυριακή και, μία εβδομάδα αργότερα, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι εξακολουθεί να μου φαίνεται εξίσου καλή ιδέα.
Το μικρό πρόβλημα είναι ότι είμαι και solo μαμά.
Και το «solo» εδώ δεν το χρησιμοποιώ με την έννοια του Instagram, όπου κάποια ποζάρει χαμογελαστή με λινό φόρεμα και τρία παιδιά ενώ γράφει για το πόσο δυνατή την έκανε η μητρότητα.
Το χρησιμοποιώ με την πολύ πρακτική έννοια: Δεν υπάρχει δεύτερος γονιός στον οποίο θα πω: «Πάρ’ την εσύ δύο ώρες γιατί πρέπει να τελειώσω κάτι.»
Είμαι αυτή που πρέπει να τελειώσει τη δουλειά. Και είμαι επίσης αυτή που πρέπει να απαντήσει στο: «Οκ. Και μετά τι θα κάνουμε;»
Είναι μια περίεργη ισορροπία.
Γιατί από τη μία υπάρχει η πραγματικότητα. Πρέπει να δουλέψω. Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν απαντήσεις, ραντεβού που πρέπει να γίνουν, άρθρα που πρέπει να γραφτούν και όλες εκείνες οι μικρές δουλειές που πολλαπλασιάζονται μυστηριωδώς όταν ανοίξεις το laptop.
Από την άλλη, κοιτάζω το παιδί μου και σκέφτομαι: Είναι εννιά χρονών. Δεν είναι δική της δουλειά να καταλάβει ότι η μαμά έχει deadlines. Είναι δική μου δουλειά να βρω πώς θα χωρέσουν και τα δύο.
Και κάπως έτσι η καθημερινότητά μας αυτόν τον Αύγουστο έχει αποκτήσει ένα αρκετά συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Laptop. Μαγιό. Laptop. Πετσέτες. Repeat.
Πηγαίνουμε στη θάλασσα σχεδόν κάθε μέρα.
Όχι επειδή έχω ανακαλύψει κάποιο μαγικό μυστικό ισορροπίας μεταξύ καριέρας και μητρότητας. Αλλά επειδή είναι Αύγουστος στην Ελλάδα και, αν έχεις θάλασσα κοντά σου και παιδί μέσα στο σπίτι, κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι το μαγιό είναι ουσιαστικά parenting equipment.
Οπότε δουλεύω. Κλείνω το laptop. Μαζεύουμε πετσέτες, μαγιό, νερά, αντηλιακά και περίπου δεκατέσσερα αντικείμενα που θεωρούνται απολύτως απαραίτητα για δύο ώρες στην παραλία.
Πηγαίνουμε. Κολυμπάμε. Γυρίζουμε. Κάνουμε ντους… Ανακαλύπτω άμμο σε μέρη του σπιτιού που δεν έχουν καμία λογική σύνδεση με την παραλία. Και ξανανοίγω το laptop.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά ακούω:
«Μαμά;»
«Ναι;»
«Αύριο τι θα κάνουμε;»
Φυσικά.
Γιατί η σημερινή ψυχαγωγία έχει ήδη αποσβεστεί.
Και αυτή την εβδομάδα κάναμε και λίγη μαγεία
Αυτή την εβδομάδα, όμως, εκτός από τη σχεδόν καθημερινή μας θάλασσα, κάναμε και κάτι διαφορετικό.
Πήγαμε να δούμε τον Sankara. Magic show.
Και ήταν μία από εκείνες τις εξόδους που θυμάσαι γιατί, για λίγες ώρες, σταματάει όλο το υπόλοιπο. Δεν υπάρχει laptop. Δεν υπάρχει «πρέπει να απαντήσω σε εκείνο το email». Δεν υπάρχει άρθρο που πρέπει να τελειώσει. Δεν υπάρχει το μικρό mental checklist που τρέχει μονίμως στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Υπάρχει ένα παιδί δίπλα μου που παρακολουθεί μαγεία.
Και εγώ παρακολουθώ περισσότερο εκείνη παρά τη σκηνή. Νομίζω ότι οι γονείς το κάνουμε πολύ αυτό… Πληρώνουμε εισιτήριο για να δούμε κάτι και τελικά περνάμε τη μισή παράσταση κοιτάζοντας το πρόσωπο του παιδιού μας.
Και κάπως αυτό είναι καλύτερο.
Δεν θα προσποιηθώ ότι εκείνη τη στιγμή σταμάτησε ο χρόνος και συνειδητοποίησα το πραγματικό νόημα της ζωής. Απλώς περάσαμε όμορφα.
Και μερικές φορές αυτό αρκεί.
Δεν χρειάζεται να τους φτιάξουμε το «τέλειο καλοκαίρι»
Νομίζω ότι κάπου εδώ έχουμε βάλει άλλη μία παράλογη απαίτηση στους γονείς.
Δεν αρκεί να μεγαλώνουμε τα παιδιά. Δεν αρκεί να δουλεύουμε. Δεν αρκεί να ταΐζονται, να είναι ασφαλή, να έχουν καθαρά ρούχα, ανθρώπους που τα αγαπούν και κάποιον να ακούσει την εξαιρετικά επείγουσα ιστορία τους για κάτι που έγινε στο Minecraft.
Πρέπει να τους δημιουργούμε αναμνήσεις.
Και ειδικά το καλοκαίρι, τα social media είναι γεμάτα από αυτές. Ταξίδια. Ξενοδοχεία. Πισίνες. Summer camps. Θεματικά πάρκα. Κατασκευές. Εκδρομές.
Παιδιά που φαίνεται να ζουν ένα ατελείωτο διαφημιστικό οικογενειακών διακοπών. Και κάπου στην Αθήνα υπάρχει ένας γονιός που κοιτάζει το κινητό του ενώ το παιδί του φωνάζει «βαριέμαι» από το διπλανό δωμάτιο και σκέφτεται:
Μήπως δεν κάνω αρκετά;
Νομίζω ότι αυτή είναι η λάθος ερώτηση. Τα παιδιά δεν χρειάζονται να λειτουργούμε σαν προσωπικό all-inclusive ξενοδοχείου. Δεν χρειάζονται κάθε μέρα κάτι εντυπωσιακό. Χρειάζονται στιγμές. Κάτι που περιμένουν. Κάτι που κάνουμε μαζί. Μία βουτιά. Ένα παγωτό. Μία βραδινή βόλτα. Μία παράσταση. Μία ταινία στον καναπέ. Μία μέρα που δεν έγινε απολύτως τίποτα ενδιαφέρον και όλοι επιβιώσαμε.
Και, ναι, χρειάζονται και να βαρεθούν….. παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του παιδικού λόμπι.
Υπάρχει όμως και κάτι που δεν λέμε αρκετά
Το να δημιουργείς χώρο για την παιδική ηλικία ενός παιδιού ενώ ταυτόχρονα διαχειρίζεσαι την ενήλικη ζωή σου είναι δουλειά.
Αόρατη, συνήθως. Και όταν είσαι solo γονιός, δεν υπάρχει αλλαγή βάρδιας. Δεν τελειώνεις τη δουλειά και αναλαμβάνει κάποιος άλλος. Δεν λες «εσύ παραλία σήμερα, εγώ έχω δουλειά».
Είσαι εσύ.
Η μαμά. Η επαγγελματίας. Ο άνθρωπος που θυμάται το αντηλιακό. Ο άνθρωπος που πρέπει να βγάλει λεφτά. Ο άνθρωπος που ψάχνει τι μπορούμε να κάνουμε αυτή την εβδομάδα. Ο άνθρωπος που θα οδηγήσει. Ο άνθρωπος που θα οργανώσει. Ο άνθρωπος που, στις 11 το βράδυ όταν επιτέλους επικρατήσει ησυχία, μπορεί να ξανανοίξει το laptop επειδή κάτι έμεινε στη μέση.
Και δεν το γράφω για να πω «κοιτάξτε πόσο δύσκολο είναι».
Το γράφω γιατί νομίζω ότι πολλές μαμάδες ζουν ακριβώς έτσι και θεωρούν ότι όλοι οι υπόλοιποι κάπως τα καταφέρνουν καλύτερα.
Δεν τα καταφέρνουν.
Απλώς δεν ανεβάζουμε φωτογραφία το κομμάτι πριν από την παραλία όπου ψάχναμε για είκοσι λεπτά τα γυαλάκια κολύμβησης.
Το δικό μας καλοκαίρι, λοιπόν, είναι κάπως έτσι
Δεν έχουμε πρόγραμμα γεμάτο δραστηριότητες.
Δεν ξυπνάω κάθε πρωί με μία εκπαιδευτική, δημιουργική και αναπτυξιακά κατάλληλη ιδέα για το πώς θα περάσουμε τη μέρα μας.
Ξυπνάω συνήθως με καφέ. Μετά βλέπουμε. Δουλεύω. Πηγαίνουμε στη θάλασσα. Κάνουμε μικρές εξόδους. Αυτή την εβδομάδα είδαμε μαγεία. Κάποιες μέρες κάνουμε περισσότερα. Κάποιες λιγότερα. Κάποιες φορές εκείνη βαριέται. Κάποιες φορές εγώ κουράζομαι. Κάποιες φορές περνάμε υπέροχα χωρίς να έχουμε σχεδιάσει τίποτα.
Και προσπαθώ να θυμάμαι ότι ίσως αυτό είναι τελικά το καλοκαίρι που θα θυμάται. Όχι πόσες δραστηριότητες χωρέσαμε σε οκτώ εβδομάδες. Αλλά ότι πηγαίναμε συνέχεια για μπάνιο. Ότι ένα βράδυ είδαμε έναν μάγο. Ότι φάγαμε παγωτό. Ότι γελάσαμε. Ότι ήταν καλοκαίρι. Και ότι ήμασταν μαζί.
Αύριο, βέβαια, θα ξυπνήσει και θα με ρωτήσει:
«Μαμά, τι θα κάνουμε σήμερα;»
Και όλη αυτή η υπέροχη φιλοσοφία θα πάει περίπατο.
Εσείς τι κάνετε;
Ειλικρινά, θέλω ιδέες. Τι κάνετε με τα παιδιά τον Αύγουστο όταν εσείς εξακολουθείτε να δουλεύετε; Πού τα πηγαίνετε; Ποια απλή ή οικονομική δραστηριότητα αποδείχθηκε τεράστια επιτυχία; Τι τα κρατάει απασχολημένα όταν χρειάζεστε απλώς μία ώρα για να τελειώσετε κάτι;
Και, ακόμη καλύτερα, ποια «φανταστική ιδέα» σας κατέληξε σε απόλυτη καταστροφή;
Γιατί τις τέλειες καλοκαιρινές αναμνήσεις τις βλέπουμε ήδη στο Instagram.
Εδώ μπορούμε να πούμε και τι πραγματικά κάνουμε.
Υ.Γ. Και φτιάξαμε και lava lamps στην κουζίνα
Κάπου ανάμεσα στη θάλασσα, τη δουλειά και το «μαμά, τι θα κάνουμε τώρα;», κάναμε και ένα μικρό πείραμα στο σπίτι: homemade lava lamps.
Είναι πανεύκολο, εντυπωσιακό για τα παιδιά και, το σημαντικότερο, δεν απαιτεί να έχεις προνοήσει τρεις εβδομάδες πριν και να έχεις παραγγείλει ειδικό εξοπλισμό από το internet.
Τι χρειάζεστε
- Ένα διάφανο ποτήρι, βάζο ή μπουκάλι
- Φυτικό λάδι
- Νερό
- Χρώμα ζαχαροπλαστικής
- Ένα αναβράζον δισκίο, π.χ. βιταμίνη C ή απλό αναβράζον δισκίο (εναλλακτικά baking soda και ξύδι)

Πώς το κάνουμε
Γεμίζουμε τον πάτο του δοχείου με baking soda και περίπου το 1/3 του δοχείου με λάδι και προσπαθούμε όσο ρίχνουμε το λάδι, να μην ανακινήσουμε την πούδρα στο πάτο.
Ρίχνουμε μερικές σταγόνες χρώμα ζαχαροπλαστικής σε ένα άλλο βάζο, μαζί με το ξύδι. Με μία πιπέτα (ωωωωπ δεν το είδες να έρχεται…) ή με ένα μικρό κουταλάκι, ρίχνουμε σταγόνες μέσα στο μείγμα με το λάδι. Θα δείτε ότι το χρώμα περνάει μέσα από το λάδι και χρωματίζει το νερό από κάτω, επειδή το χρώμα ζαχαροπλαστικής είναι υδατοδιαλυτό και το λάδι με το νερό, ως γνωστόν, αρνούνται πεισματικά να συνεργαστούν.
Και αρχίζει το show.
Οι φυσαλίδες διοξειδίου του άνθρακα ανεβάζουν μικρές χρωματιστές σταγόνες νερού μέσα από το λάδι. Όταν το αέριο απελευθερωθεί στην επιφάνεια, οι σταγόνες ξανακατεβαίνουν.
Και κάπως έτσι έχεις μία αυτοσχέδια lava lamp στην κουζίνα σου.
Μπόνους: αν βάλετε έναν φακό ή το φως του κινητού κάτω από το δοχείο, σε σκοτεινό δωμάτιο, το αποτέλεσμα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό.

Και να άλλη μία απόδειξη ότι το «να κάνουμε κάτι σήμερα» δεν χρειάζεται πάντα να σημαίνει εισιτήρια, αυτοκίνητο και οργάνωση στρατιωτικής επιχείρησης.
Μερικές φορές χρειάζεται λάδι, νερό και ένα αναβράζον δισκίο.
Και μετά, προφανώς, να καθαρίσεις την κουζίνα.


Θέλεις να μοιραστείς τις σκέψεις σου μαζί μου?